«Σας επαινώ, αδελφοί»: Η ταπεινοφροσύνη δεν αποκλείει τον έπαινο
Αλεξέι Σιρίκοφ

Γιατί ο Απόστολος Παύλος επαινεί τόσο συχνά τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται; Μήπως ο έπαινος κινδυνεύει να γεννήσει υπερηφάνεια; Και πώς μπορεί ένας χριστιανός να αναγνωρίζει τα επιτεύγματά του, χωρίς να ξεχνά ότι κάθε καλό δώρο προέρχεται από τον Θεό;

Αυτά τα ερωτήματα γεννιούνται συχνά κατά την ανάγνωση της Πρώτης Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Θεσσαλονικείς. Ο Απόστολος επαινεί τους παραλήπτες του για το «έργον της πίστεως», τον «κόπον της αγάπης» και την «υπομονήν της ελπίδος» τους. Αναφέρεται, μάλιστα, στη διάδοση του λόγου του Κυρίου μέσα από το παράδειγμά τους και τους αποκαλεί καύχημα και χαρά του.

Για πολλούς, μια τέτοια στάση μπορεί να φαίνεται παράδοξη. Δεν είναι ασφαλέστερο να αποφεύγουμε κάθε έπαινο, ώστε να μην καλλιεργείται η υπερηφάνεια;


Η ανατροφή αρκετών ανθρώπων βασίζεται στην ιδέα ότι, όταν πετυχαίνουμε κάτι, πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό και να αποφεύγουμε να μιλάμε για τη δική μας προσπάθεια. Η στάση αυτή μπορεί να μας προστατεύσει από την αλαζονεία. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στο αντίθετο άκρο: να δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε ακόμη και την πραγματική αξία του κόπου μας.

Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος προσφέρει μια σημαντική διευκρίνιση στην Πρώτη Επιστολή προς Κορινθίους: «Χάριτι δε Θεού ειμί ό ειμί, και η χάρις αυτού η εις εμέ ου κενή εγενήθη, αλλά περισσότερον αυτών πάντων εκοπίασα, ουκ εγώ δε, αλλ’ η χάρις του Θεού η συν εμοί» (Α΄ Κορ. 15:10).

Ο Παύλος δεν αρνείται ότι εργάστηκε σκληρά. Αναγνωρίζει τον προσωπικό του κόπο, αποδίδοντας συγχρόνως στον Θεό τη χάρη που τον στήριξε.

Αυτή η διάκριση είναι ουσιαστική: η ταπεινοφροσύνη δεν απαιτεί να αρνούμαστε όσα πραγματικά κατορθώσαμε. Μας καλεί να τα βλέπουμε με ειλικρίνεια, ευγνωμοσύνη και επίγνωση ότι δεν είμαστε αυτάρκεις.


Η δυσκολία να αναγνωρίσουμε τα καλά στοιχεία των άλλων συνδέεται συχνά με τη δυσκολία να αναγνωρίσουμε τα δικά μας. Όταν συνηθίζουμε να εστιάζουμε αποκλειστικά σε όσα λείπουν ή χρειάζονται διόρθωση, μπορεί να πάψουμε να βλέπουμε την πρόοδο, την προσπάθεια και τους καρπούς του κόπου.

Έτσι, ο έπαινος γίνεται κάτι που αποφεύγουμε, ακόμη κι όταν θα μπορούσε να ενθαρρύνει έναν άνθρωπο και να του δώσει δύναμη να συνεχίσει.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος, λίγο πριν από τη σύλληψή Του, λέει στους μαθητές Του: «Υμείς φίλοι μου εστέ» (Ιω. 15:14). Γνωρίζει τις αδυναμίες τους και ξέρει ότι σύντομα θα φοβηθούν και θα διασκορπιστούν. Κι όμως, δεν ορίζει τη σχέση τους μαζί Του αποκλειστικά μέσα από τις επερχόμενες αποτυχίες τους.

Τα λόγια Του υπενθυμίζουν ότι η αναγνώριση της αξίας ενός ανθρώπου δεν προϋποθέτει την τελειότητά του. Μπορούμε να βλέπουμε τις αδυναμίες κάποιου χωρίς να παραβλέπουμε όσα καλά υπάρχουν μέσα του.


Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια προσπάθεια να αποδείξουμε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε μόνοι μας. Είναι μια πορεία συνεργασίας με τη χάρη του Θεού, στην οποία η προσωπική προσπάθεια και η θεία βοήθεια δεν αλληλοαναιρούνται.

Γι’ αυτό, το να αναγνωρίζουμε τον κόπο μας δεν σημαίνει ότι παίρνουμε τη θέση του Θεού. Και το να επαινούμε έναν συνάνθρωπο δεν σημαίνει ότι τον οδηγούμε αναγκαστικά στην υπερηφάνεια. Όταν ο έπαινος είναι ειλικρινής, συγκεκριμένος και απαλλαγμένος από κολακεία, μπορεί να γίνει πράξη αγάπης.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να μάθουμε ξανά να λέμε «μπράβο» χωρίς φόβο, να δεχόμαστε έναν καλό λόγο χωρίς αμηχανία και να αναγνωρίζουμε την πρόοδο τόσο τη δική μας όσο και των άλλων.

Με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, αλλά και με ειλικρίνεια απέναντι στην ανθρώπινη προσπάθεια.

Γιατί η ταπεινοφροσύνη δεν βρίσκεται στο να αρνούμαστε κάθε καλό που κάνουμε, αλλά στο να αναγνωρίζουμε τους καρπούς του χωρίς να ξεχνάμε την πηγή της χάρης. Και, όπως μας δείχνει το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, μπορούμε να δοξάζουμε τον Θεό και ταυτόχρονα να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους που αγωνίζονται δίπλα μας.