Η κατάλληλη στιγμή
Αλιόνα Μπογκολιούμποβα

Πριν από μερικά χρόνια άρχισε να έρχεται στον ναό μας μια γυναίκα μαζί με την κόρη της. Το κορίτσι ξεχώριζε αμέσως. Έντονο μακιγιάζ, σκουλαρίκι στη μύτη, βαριά παπούτσια. Το βλέμμα της ήταν αποστασιοποιημένο και φαινόταν πως η ακολουθία δεν την ενδιέφερε ιδιαίτερα. Κι όμως, ερχόταν. Στεκόταν πάντοτε δίπλα στη μητέρα της, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της «Ανεξάντλητης Κούπας».

Με τον καιρό γνωριστήκαμε καλύτερα. Τη μητέρα την έλεγαν Αλιόνα, όπως κι εμένα, ενώ την κόρη της Αναστασία. Κάποια μέρα, πίνοντας ένα τσάι στην τράπεζα του ναού, η Αλιόνα μου μίλησε για τη ζωή της. Ήταν δεκαπέντε χρόνια παντρεμένη. Τα δύο τελευταία, όμως, έμοιαζαν με μια ατελείωτη περίοδο κενού. Ο σύζυγός της είχε πέσει στην εξάρτηση από το αλκοόλ. Είχε χάσει τη δουλειά του, τους φίλους του και σταδιακά έπαψε ακόμη και να επιστρέφει στο σπίτι.

Η Αλιόνα προσπάθησε να τον βοηθήσει. Νοσοκομεία. Κέντρα αποκατάστασης. Προσπάθειες επίμονες και επώδυνες. Κάθε φορά, όμως, ακολουθούσε μια νέα υποτροπή. Και πάλι από την αρχή. Μέχρι που κάποια μέρα, μέσα στην απόγνωσή της, η Αλιόνα δεν ήξερε πια τι άλλο να κάνει. Έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε: «Θεέ μου, βοήθησέ με!»

Την επόμενη ημέρα ο σύζυγός της επέστρεψε στο σπίτι. Ήταν νηφάλιος. Υποσχέθηκε ότι θα σταματήσει να πίνει. Εκείνη πίστεψε πως η προσευχή της εισακούστηκε. Αργότερα εκείνος έφυγε και πάλι. Όμως κάτι είχε ήδη αλλάξει μέσα στην Αλιόνα. Η ελπίδα είχε ανάψει ξανά. Ο ναός έγινε για εκείνη ένας τόπος παρηγοριάς. Εκεί άρχισε τη δική της πορεία προς την πίστη και προσπάθησε να πάρει μαζί της και την κόρη της, που τότε ήταν μόλις έντεκα ετών.

Για έναν ολόκληρο χρόνο η Αναστασία ερχόταν σε όλες τις κυριακάτικες ακολουθίες. Ύστερα παρατήρησα ότι η Αλιόνα άρχισε να έρχεται μόνη.

— Εφηβεία, μου εξήγησε. Ψάχνει τον εαυτό της. Δεν θέλει να ακούει τίποτα από όσα της λέω.

Πέρασε ακόμη ένας χρόνος. Είχα πλέον συνηθίσει να βλέπω την Αλιόνα μόνη μπροστά στην εικόνα της «Ανεξάντλητης Κούπας». Προσευχόταν, ασπαζόταν την εικόνα και πολλές φορές έκλαιγε σιωπηλά. Και ύστερα πέρασε ακόμη ένας χρόνος. Μια μέρα εμφανίστηκαν και οι τρεις.

Η Αλιόνα, ο σύζυγός της και η Αναστασία, που ήταν πλέον δεκατεσσάρων ετών. Η μητέρα μου διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Η κόρη της έφευγε συχνά για πολλές ώρες από το σπίτι. Είχε μπλέξει με μια παρέα που την απομάκρυνε από την οικογένεια και είχε εγκαταλείψει ουσιαστικά το σχολείο. Και τότε συνέβη κάτι που κανένα κήρυγμα και καμία πίεση δεν θα μπορούσαν να επιβάλουν.

Ο πατέρας της άλλαξε τη ζωή του. Όταν επέστρεψε σε μια φυσιολογική ζωή, η Αναστασία άρχισε κι εκείνη να βρίσκει τον δικό της δρόμο. Τώρα πηγαίνει στον ναό με τη θέλησή της. Εξομολογείται και κοινωνεί. Ξαναγύρισε στα μαθήματά της. Και βρήκε νέους φίλους σε μια ορθόδοξη νεανική ομάδα. Όταν θυμάμαι αυτή την οικογένεια, σκέφτομαι πόσο διαφορετικά λειτουργεί ο χρόνος του Θεού από τον δικό μας. Προσευχόμαστε και περιμένουμε. Θέλουμε να δούμε την απάντηση τώρα. Σήμερα. Αμέσως.

Κι όταν δεν συμβαίνει τίποτα, εύκολα απογοητευόμαστε. Αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι ίσως κανείς δεν άκουσε την προσευχή μας. Όμως η σιωπή δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία. Μερικές φορές χρειάζεται χρόνος για να ωριμάσει ένας άνθρωπος, μια κατάσταση, ακόμη και μια προσευχή μέσα στην ψυχή μας. Η ιστορία αυτής της οικογένειας μου έμαθε και κάτι ακόμη. Δεν μπορούμε να οδηγήσουμε έναν άνθρωπο στην πίστη με τη βία.

Ιδιαίτερα ένα παιδί.

Μπορούμε να του μιλήσουμε, να το προσκαλέσουμε, να το στηρίξουμε. Μπορούμε να του δείξουμε τον δρόμο. Αλλά η πραγματική πίστη δεν γεννιέται από τον εξαναγκασμό. Γεννιέται όταν ο ίδιος ο άνθρωπος θελήσει να κάνει το βήμα. Και ίσως τότε να καταλάβουμε γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία το προσωπικό παράδειγμα. Τα παιδιά μπορεί να μην ακούσουν τις συμβουλές μας. Μπορεί να απορρίψουν τις προτροπές μας. Μπορεί για ένα διάστημα να απομακρυνθούν από όλα όσα προσπαθήσαμε να τους διδάξουμε.

Αυτό όμως που βλέπουν στη ζωή μας μπορεί να μείνει μέσα τους. Η υπομονή μας. Η αγάπη μας. Η συγχώρεσή μας. Ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε στις δυσκολίες. Η σχέση μας με τον Θεό. Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν για καιρό σαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Κι όμως, μπορεί να έχουν ήδη γίνει ένας μικρός σπόρος. Και ο σπόρος δεν ανθίζει όταν το απαιτούμε εμείς. Ανθίζει όταν έρθει η ώρα. Ίσως, λοιπόν, όταν προσευχόμαστε και δεν βλέπουμε αμέσως την απάντηση, να μην πρέπει να βιαζόμαστε να συμπεράνουμε ότι δεν μας άκουσαν.

Ίσως απλώς να μην έχει έρθει ακόμη η κατάλληλη στιγμή. Γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να επιβληθούν στην ψυχή. Μπορούν μόνο να φυτευτούν. Με αγάπη. Με προσευχή. Με υπομονή. Και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, μπορεί να βλαστήσουν εκεί όπου για χρόνια βλέπαμε μόνο σιωπή.