Υπάρχουν ερωτήσεις που η θεολογία μπορεί να απαντήσει με συνέπεια, αλλά όχι πάντα με παρηγοριά. Μία από αυτές είναι η ερώτηση για την προέλευση του κακού: από πού έρχεται η αρρώστια, γιατί υποφέρει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, γιατί η ζωή γίνεται ξαφνικά τόσο άδικη;
Η παραδοσιακή χριστιανική απάντηση είναι γνωστή. Το κακό και η ασθένεια δεν ανήκουν στο αρχικό σχέδιο της δημιουργίας· ο κόσμος έχει τραυματιστεί και η ανθρώπινη ύπαρξη ζει μέσα στις συνέπειες αυτής της ρήξης. Πρόκειται για μια θεολογικά συνεκτική θέση. Όμως, όταν ένας άνθρωπος στέκεται δίπλα στον σύντροφό του που πάσχει από καρκίνο, μια τέτοια απάντηση συχνά μοιάζει ανεπαρκής. Δεν εξηγεί γιατί αυτή η ασθένεια ήρθε τώρα, γιατί έπληξε αυτό το σώμα, αυτή την οικογένεια, αυτή τη ζωή.
Το βιβλίο του Ιώβ μάς θυμίζει πόσο επικίνδυνες μπορεί να γίνουν οι «σωστές» απαντήσεις όταν προσφέρονται στη λάθος στιγμή. Οι φίλοι του Ιώβ τού μιλούν για τη δικαιοσύνη του Θεού, για την τάξη του κόσμου, για την πιθανή ενοχή του ανθρώπου. Τα λόγια τους έχουν λογική και θεολογικό κύρος. Δεν αγγίζουν όμως την πραγματικότητα του πόνου του. Ο Ιώβ δεν χρειάζεται μια θεωρία για να εξηγήσει τη συμφορά του. Χρειάζεται ανθρώπους που να αντέξουν να σταθούν δίπλα του χωρίς να μετατρέψουν τη δυστυχία του σε μάθημα.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μάθημα της ιστορίας του: η ανάγκη μας να εξηγήσουμε το κακό δεν πρέπει να γίνεται δεύτερη μορφή βίας απέναντι σε εκείνον που υποφέρει. Όταν λέμε στον άρρωστο ότι η δοκιμασία του έχει έναν κρυφό σκοπό, ότι ίσως αποτελεί συνέπεια κάποιας αμαρτίας ή ότι «ο Θεός ξέρει γιατί», μπορεί να νομίζουμε πως προσφέρουμε νόημα. Συχνά, όμως, απλώς προσθέτουμε ενοχή και μοναξιά στον ήδη υπάρχοντα πόνο.
Στο τέλος του βιβλίου του Ιώβ, ο Θεός δεν του παραδίδει μια πλήρη εξήγηση. Δεν του αποκαλύπτει έναν μηχανισμό που θα τακτοποιούσε όλες τις απορίες. Του προσφέρει, αντί γι’ αυτό, μια συνάντηση. Και αυτή η συνάντηση δεν αναιρεί όσα συνέβησαν, αλλά επιτρέπει στον Ιώβ να επιστρέψει στη ζωή.
Ίσως εδώ βρίσκεται μια διαφορετική μορφή ελπίδας: όχι στην κατοχή όλων των απαντήσεων, αλλά στην παρουσία μέσα στο ακατανόητο. Ο άνθρωπος μπορεί να μη μάθει ποτέ γιατί υπέφερε. Μπορεί όμως να μη μείνει μόνος μέσα στην οδύνη του.
Ακόμη πιο ριζικά, το Ευαγγέλιο μετατοπίζει το ερώτημα. Ο Χριστός δεν επιμένει να εξηγήσει από πού προέρχεται κάθε συμφορά. Δεν μετατρέπει τον πόνο σε φιλοσοφικό πρόβλημα προς επίλυση. Μεταφέρει την προσοχή από το «γιατί» στο «τι κάνουμε τώρα». Πώς στεκόμαστε απέναντι σε εκείνον που πονά; Πώς φροντίζουμε τον ευάλωτο; Πώς γινόμαστε, μέσα στις περιορισμένες δυνατότητές μας, πράξη αγάπης;
Αυτή η μετατόπιση δεν σημαίνει ότι το ερώτημα για την προέλευση του κακού είναι ασήμαντο. Σημαίνει ότι δεν πρέπει να περιμένουμε να λύσουμε το μυστήριο του κακού για να αντισταθούμε στις συνέπειές του. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε όλες τις αιτίες μιας ασθένειας για να κρατήσουμε το χέρι ενός ασθενούς. Δεν χρειάζεται να κατανοήσουμε πλήρως την αδικία για να πάψουμε να την αναπαράγουμε. Δεν χρειάζεται να έχουμε μια ολοκληρωμένη θεοδικία για να σταθούμε με τρυφερότητα απέναντι σε μια οικογένεια που διαλύεται από τον φόβο.
Ο κόσμος παραμένει εν μέρει αδιαφανής. Το κακό δεν εξηγείται πάντοτε, ούτε αποκαλύπτεται σε ένα καθαρό σχήμα αιτίας και αποτελέσματος. Μέσα όμως σε αυτή την αδιαφάνεια υπάρχει ένας χώρος ελευθερίας. Μπορούμε να επιλέξουμε αν θα μείνουμε αδιάφοροι ή αν θα πλησιάσουμε. Αν θα συνηθίσουμε τον πόνο των άλλων ή αν θα τον θεωρήσουμε απαράδεκτο. Αν θα προσθέσουμε νέες πληγές με την κρίση, την αμηχανία και τα εύκολα λόγια ή αν θα προσπαθήσουμε να μειώσουμε, όσο μπορούμε, το βάρος τους.
Ίσως τελικά η πιο χριστιανική απάντηση στο κακό να μην είναι μια εξήγηση, αλλά ένας τρόπος ζωής. Να μην πολλαπλασιάζουμε το σκοτάδι. Να μην αποδεχόμαστε τη δυστυχία ως φυσιολογική. Να κάνουμε αυτό που περνά από το χέρι μας για να προστατεύσουμε, να θεραπεύσουμε, να ανακουφίσουμε.
Και όταν δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε, να μείνουμε εκεί. Γιατί μερικές φορές η σημαντικότερη πράξη απέναντι στο κακό δεν είναι να βρούμε τα σωστά λόγια, αλλά να αρνηθούμε να αφήσουμε τον άλλον μόνο.
-
Η δύναμη των βιβλίων
Αλιόνα Μπογκολιούμποβα
Όλοι οι Συγγραφείς