Το βράδυ της 22ας Φεβρουαρίου 2026, κατά την Κυριακή της Τυρινής, ανάμνηση της εξορίας του Αδάμ (Κυριακή της Συγγνώμης), η Αυτού Αγιότης Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κύριλλος προσευχήθηκε κατά τον Εσπερινό και προέστη της Ακολουθίας της Συγγνώμης στον καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα. Μετά την απόλυση του Εσπερινού, η Αυτού Αγιότης εκφώνησε κήρυγμα.
Με την ακολουθία αυτή εισήλθαμε στο στάδιο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η νηστεία, όπως όλοι γνωρίζουμε καλά, είναι χρόνος εγκράτειας, που συνδέεται με την αποχή από αρτύσιμες τροφές και από διάφορες διασκεδάσεις. Και βεβαίως, η νηστεία προϋποθέτει ιδιαίτερη συγκέντρωση της προσοχής μας στην προσευχή.
Κάθε ορθόδοξος χριστιανός προσεύχεται το πρωί και το βράδυ, όμως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί ιδιαίτερη απαίτηση για τον καθένα μας να ανανεώσει τη στάση του απέναντι στην προσευχή. Όχι απλώς να εκφωνούμε λόγια γνωστά, αλλά να προσπαθούμε, κατά την ώρα της προσευχής, να απευθυνόμαστε πραγματικά στον Θεό, έστω και με τα λόγια του προσευχηταρίου και όχι μόνο με δικά μας λόγια.
Διότι η προσευχή πραγματοποιεί τη σύνδεση του ανθρώπου με τον Κύριο, και καμία άλλη σύνδεση μαζί Του δεν υπάρχει. Μόνο η προσευχή· γι’ αυτό και η παραμέλησή της είναι ένα είδος αυτοβασανισμού. Αν κάποιος δεν προσεύχεται, γιατί να πηγαίνει στον ναό; Αν δεν προσεύχεται, γιατί να τηρεί οποιεσδήποτε τελετουργικές διατάξεις; Αν δεν υπάρχει προσευχή — ειλικρινής, καρδιακή, γεμάτη πίστη — τότε όλα τα υπόλοιπα είναι «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄ Κορ. 13:1), μία τυπικότητα που μπορεί να αρέσει αισθητικά σε κάποιους, αλλά δύσκολα ωφελεί.
Εάν πηγαίνουμε στον ναό ή διαβάζουμε προσευχές στο σπίτι, σημαίνει ότι συμμετέχουμε στην προσευχή. Όμως η προσευχή δεν πρέπει να είναι απλώς η εκφώνηση κάποιων λέξεων. Οφείλουμε να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας. Να καταβάλουμε προσπάθεια. Να σταθούμε ενώπιον του Θεού — ενώπιον του Κριτή μας, του ελεήμονος Πατέρα μας — και να Του απευθυνθούμε με λόγια που για εμάς είναι ουσιαστικά. Διότι Του ζητούμε ό,τι είναι για εμάς πραγματικά σημαντικό, χωρίς το οποίο η ζωή θα ήταν δύσκολη.
Μια τέτοια στάση απέναντι στην προσευχή κινητοποιεί τον άνθρωπο, αν και συχνά μπορεί και να τον κουράζει. Κάποτε ρώτησα μοναχούς του Αγίου Όρους: «Ζείτε σε τόσο δύσκολες συνθήκες — νηστεία, περιορισμοί — ποιο είναι το δυσκολότερο για εσάς;» Πολύ συχνά άκουγα ως απάντηση: «Το δυσκολότερο είναι η προσευχή». Και πράγματι έτσι είναι.
Αν όμως κάποιος δεν έχει εμπειρία προσευχής, δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του πιστό ή θρησκευόμενο. Η ίδια η λέξη «θρησκεία», από τη λατινική, σημαίνει «σύνδεση» — σύνδεση με τον Θεό. Και αυτή τη σύνδεση την εγκαθιδρύουμε μόνο μέσω της προσευχής. Χωρίς προσευχή δεν υπάρχει σύνδεση με τον Θεό, δεν υπάρχει θρησκεία. Η θρησκεία μένει τότε ως πολιτιστικό ή ιστορικό φαινόμενο, αλλά χάνει όλη της τη δύναμη. Ο άνθρωπος που δεν προσεύχεται μάταια αποκαλεί τον εαυτό του πιστό· πώς εκφράζεται η πίστη, αν δεν υπάρχει σύνδεση με τον Θεό;
Γι’ αυτό ας πούμε και πάλι στον εαυτό μας: κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, είτε συμμετέχουμε στις ακολουθίες είτε προσευχόμαστε στο σπίτι, ας δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην ποιότητα της προσευχής μας. Δεν χρειάζεται να επιδιώκουμε το αδύνατο ούτε να επιβάλλουμε υπερβολικές απαιτήσεις στον εαυτό μας. Το σημαντικότερο είναι να συνειδητοποιήσουμε καθαρά ότι στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και ότι μόνο η προσευχή μας ενώνει με τον Κύριο. Αν δεν υπάρχει προσευχή, δεν υπάρχει σύνδεση — και άρα ούτε θρησκευτικό βίωμα.
Αυτό ήθελα να πω ενόψει της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, διότι η νηστεία μάς προδιαθέτει για προσευχή. Οι περισσότεροι ορθόδοξοι πιστοί συμμετέχουν στις ακολουθίες πρωί και βράδυ, ιδίως την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Κι αν το πρωί εργάζονται και δεν μπορούν να προσέλθουν, συχνά έρχονται το βράδυ για να προσευχηθούν υπό τους λόγους του Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης. Με άλλα λόγια, η νηστεία είναι χρόνος κατά τον οποίο ακόμη και όποιος δεν είναι ιδιαίτερα εκκλησιασμένος θεωρεί αναγκαίο να πηγαίνει συχνότερα στον ναό και άρα να ανυψώνει συχνότερα την προσευχή του προς τον Θεό.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη πολύ σημαντική πράξη που βοηθά τον άνθρωπο να αλλάξει τον εαυτό του κατά τη διάρκεια της νηστείας — η εγκράτεια. Γι’ αυτό και η Εκκλησία προτείνει αποχή από ορισμένα είδη τροφής. Κάποιος μου είπε κάποτε: «Τι σημασία έχει τι τρώω; Το σημαντικό δεν είναι τι μπαίνει μέσα μου, αλλά τι βγαίνει από εμένα. Προσπαθώ να μην προσβάλλω τους ανθρώπους, να μην λέω κακά λόγια· τι νοιάζει αν το πρωί τρώω λουκάνικο ή ψωμί;» Από κοσμική λογική ίσως ακούγεται εύλογο. Στην πραγματικότητα όμως είναι μεγάλο σφάλμα, διότι η αποχή από τροφή είναι ανάληψη συγκεκριμένων υποχρεώσεων ενώπιον του Θεού.
Βεβαίως, ο Θεός δεν έχει ανάγκη τις νηστείες μας — είναι Παντοδύναμος, Δημιουργός του κόσμου. Εμείς τις έχουμε ανάγκη. Όταν, χάριν του Θεού, περιορίζουμε τον εαυτό μας σε τροφές που έχουμε συνηθίσει και απολαμβάνουμε, και το κάνουμε με θρησκευτικό νόημα — «αυτή είναι η μικρή μου θυσία προς τον Κύριο» — τότε η νηστεία αποκτά αληθινό περιεχόμενο. Έτσι, η προσευχή και η εγκράτεια είναι μέσα ανανέωσης της πνευματικής μας ζωής κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Η Τεσσαρακοστή είναι μακρά περίοδος, και δεν μπορεί κανείς να την αντέξει μόνο με συναισθηματικό ενθουσιασμό. Για να διατηρηθεί η πειθαρχία της νηστείας απαιτείται, πρώτον, σταθερή πεποίθηση ότι έτσι πρέπει να πράττουμε. Και δεύτερον, κατανόηση ότι ακόμη και μια μικρή μας προσπάθεια — αποχή από τροφή ή συμμετοχή στις ακολουθίες — είναι το μέσο που μπορεί να μας φέρει, εμάς τους αμαρτωλούς και αδύναμους, πιο κοντά στον Κύριο και Σωτήρα μας.
Η προσευχή, η εγκράτεια και η αποχή από πράξεις που βλάπτουν τις σχέσεις μας με τους άλλους είναι τα μέσα με τα οποία πρέπει να οπλιστούμε κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ώστε η πνευματική μας ζωή και εμείς οι ίδιοι να αλλάξουμε προς το καλύτερο. Είθε ο Κύριος να μας βοηθήσει να διανύσουμε το στάδιο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με προσευχή, εγκράτεια, αυτοέλεγχο και αγώνα κατά των πνευματικών μας αδυναμιών, ώστε κατά την λαμπροφόρο Ανάσταση του Χριστού να μην ακούσουμε μόνο τα χαρμόσυνα άσματα, αλλά να αισθανθούμε και τη χαρά της αλλαγής στη ζωή μας. Αμήν.
-
Tο δύσκολο μάθημα που δεν θέλουμε να μάθουμε
Μαρία Τσουγκρέεβα
Όλοι οι Συγγραφείς