Κάποτε, καθώς άναβα ένα κερί στον ναό για την ανάπαυση μιας ψυχής, με πλησίασε μια άγνωστη γυναίκα. Με ρώτησε αν πραγματικά πιστεύω ότι οι προσευχές μας μπορούν να βοηθήσουν τους κεκοιμημένους.
Δεν ήταν μια ερώτηση από απλή περιέργεια. Μου είπε ότι είχε χάσει πρόσφατα τον σύζυγό της και από τότε ένιωθε μια βαθιά ανησυχία. Η ίδια δεν είχε ζήσει μέχρι τότε έντονα την εκκλησιαστική ζωή, όμως τώρα, όταν βρισκόταν στον ναό και συμμετείχε στις ακολουθίες, αισθανόταν μέσα της μια παράξενη ανακούφιση.
Ο σύζυγός της, όπως μου εξήγησε, δεν ήταν επίσης άνθρωπος της Εκκλησίας. Είχε φύγει από αυτή τη ζωή χωρίς εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, χωρίς την προετοιμασία που θα ήθελε εκείνη για τη συνάντησή του με τον Θεό. Και αυτό ήταν που βάραινε περισσότερο την καρδιά της.
Ήθελα να την παρηγορήσω. Και της είπα αυτό που αισθανόμουν βαθιά μέσα μου: ότι δεν πιστεύω απλώς πως η προσευχή μας βοηθά τους κεκοιμημένους· το γνωρίζω από την εμπειρία της Εκκλησίας και των ανθρώπων που προσεύχονται με πίστη.
Τότε θυμήθηκα ένα περιστατικό από τη ζωή του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης. Κάποτε προσήλθε σε εκείνον μια δυστυχισμένη χήρα, ταραγμένη από τον ξαφνικό θάνατο του συζύγου της, ο οποίος είχε φύγει χωρίς εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία. Η γυναίκα φοβόταν για την τύχη της ψυχής του και αναρωτιόταν αν υπήρχε ακόμη ελπίδα για εκείνον.
Ο άγιος Ιωάννης δεν της μίλησε για απελπισία. Της έδειξε τον δρόμο της προσευχής. Την συμβούλεψε να πηγαίνει στον ναό, να συμμετέχει τακτικά στις ιερές ακολουθίες, να προσφέρει ονόματα για μνημόνευση και να ζητά την τέλεση μνημοσύνων, σαρανταλείτουργων και Θείων Λειτουργιών υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του συζύγου της. Την προέτρεψε επίσης να προσεύχεται θερμά στον Θεό και στο σπίτι της.
Με τον καιρό, η χήρα αισθάνθηκε ότι η ταραχή της υποχωρούσε. Στην καρδιά της ήρθε ειρήνη και παρηγοριά. Ένιωσε με έναν τρόπο βαθύ και δύσκολο να περιγραφεί ότι οι προσευχές της είχαν εισακουστεί και ότι η ψυχή του αγαπημένου της είχε βρει ανάπαυση στο έλεος του Θεού.
Δεν μπορώ να γνωρίζω αν τα λόγια που είπα εκείνη την ημέρα στον ναό ανακούφισαν πραγματικά τη γυναίκα. Με ευχαρίστησε όμως θερμά και έφυγε πιο ήρεμη. Κι εγώ έμεινα για λίγο σιωπηλή, συνειδητοποιώντας κάτι που ίσως είχα ξεχάσει.
Η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά φανερώματα της αγάπης της Εκκλησίας.
Δεν γνωρίζουμε το μυστήριο της κρίσεως του Θεού ούτε μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα για την προσωπική κατάσταση μιας ψυχής μετά τον θάνατο. Γνωρίζουμε όμως ότι η Εκκλησία από τα πρώτα της χρόνια προσεύχεται αδιάκοπα για τους κεκοιμημένους. Τους μνημονεύει στη Θεία Λειτουργία, τελεί μνημόσυνα και παρακαλεί τον Κύριο να αναπαύσει τις ψυχές τους «ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως».
Αυτή η προσευχή δεν είναι ένας τυπικός φόρος τιμής στους νεκρούς. Είναι έκφραση πίστης στο άπειρο έλεος του Θεού.
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στη δύναμη της θερμής προσευχής των ζωντανών για εκείνους που έχουν φύγει από αυτή τη ζωή. Η Εκκλησία μάς διδάσκει έτσι να μην αντιμετωπίζουμε τον θάνατο ως το σημείο στο οποίο η αγάπη παύει να έχει νόημα. Αντίθετα, η αγάπη συνεχίζει να προσεύχεται.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα παρηγορητικά μηνύματα της χριστιανικής πίστης.
Όταν χάνουμε έναν άνθρωπο που αγαπήσαμε, αισθανόμαστε συχνά ότι δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε τίποτε γι’ αυτόν. Δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε, να του μιλήσουμε, να τον φροντίσουμε όπως πριν. Μπορούμε όμως να προσευχηθούμε.
Μπορούμε να σταθούμε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και να πούμε απλά: «Κύριε, ελέησε την ψυχή του». Μπορούμε να ανάψουμε ένα κερί, να δώσουμε το όνομά του για μνημόνευση, να συμμετάσχουμε στη Θεία Λειτουργία, να προσφέρουμε ένα μνημόσυνο. Μπορούμε να κάνουμε μια πράξη αγάπης στη μνήμη του.
Και τότε η θλίψη αποκτά έναν άλλο προσανατολισμό. Δεν εξαφανίζεται, αλλά μεταμορφώνεται σε προσευχή.
Αυτό είναι πολύτιμο όχι μόνο για εκείνους που έχουν φύγει, αλλά και για εμάς, τους ζωντανούς.
Η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων είναι ένας τρόπος να συνεχίσουμε να αγαπούμε. Είναι ένας τρόπος να παραδώσουμε στον Θεό εκείνον που δεν μπορούμε πια να κρατήσουμε στα χέρια μας. Είναι πράξη εμπιστοσύνης στο θείο έλεος.
Και ίσως γι’ αυτό, μετά την προσευχή, έρχεται κάποιες φορές στην καρδιά μια ειρήνη που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε.
Δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε το μυστήριο του μέλλοντος. Σημαίνει ότι μάθαμε να αφήνουμε τον άνθρωπό μας στα χέρια του Θεού.
Γιατί η χριστιανική αγάπη δεν τελειώνει μπροστά στον θάνατο.
Προσεύχεται.
Και όσο υπάρχει αγάπη, υπάρχει και λόγος να λέμε για τον κεκοιμημένο: «Κύριε, ανάπαυσον την ψυχή του και ελέησον αυτόν».
-
Η προσευχή για τους κεκοιμημένους: αγάπη που δεν γνωρίζει τέλος
Τατιάνα Λιουμπομίρσκαγια
Όλοι οι Συγγραφείς