Να μην κρυβόμαστε από τον Θεό
Αλιόνα Μπογκολιούμποβα

Κάθε βράδυ βυθιζόμουν στις σειρές. Ξεκινούσα λέγοντας στον εαυτό μου πως θα δω μόνο ένα επεισόδιο, και τελικά έμενα μπροστά στην οθόνη μέχρι τις δύο ή και τις τρεις τα ξημερώματα. Το πρωί σηκωνόμουν εξαντλημένη, εκνευρισμένη με τον εαυτό μου, και υποσχόμουν ότι το ίδιο βράδυ δεν θα συνέβαινε ξανά.

Όμως το βράδυ όλα επαναλαμβάνονταν.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αυτό είχε αρχίσει να γίνεται πάθος. Άρχισα να προσεύχομαι, να μετανοώ, να προσπαθώ κάθε βράδυ να αντισταθώ. Κάποιες φορές τα κατάφερνα. Άλλες φορές πάλι έπεφτα. Και κάθε νέα πτώση έκανε την ψυχή μου ακόμη πιο σκοτεινή.

Δεν με πλήγωνε μόνο το γεγονός ότι δεν μπορούσα να σταματήσω. Με πλήγωνε ακόμη περισσότερο η εικόνα που είχα αρχίσει να σχηματίζω για τον εαυτό μου: «Δεν μπορώ. Δεν έχω δύναμη. Πάλι απέτυχα». Και κάπου μέσα μου υπήρχε και μια άλλη, ακόμη πιο βαριά σκέψη: «Ίσως ο Θεός να είναι θυμωμένος μαζί μου».

Τελικά δεν άντεξα άλλο και τα είπα όλα στην Όλγα, μια παλιά και αγαπημένη μου φίλη. Με άκουσε χωρίς να με διακόψει. Και ύστερα μου είπε:

— Νομίζω πως δεν είσαι τόσο θυμωμένη με τις σειρές όσο είσαι με τον ίδιο σου τον εαυτό. Είσαι θυμωμένη επειδή δεν καταφέρνεις να νικήσεις αυτό που σε κρατάει. Και ίσως μέσα σου πιστεύεις ότι γι’ αυτό είναι θυμωμένος μαζί σου και ο Θεός.

Έγνεψα μόνο καταφατικά. Γιατί ακριβώς έτσι ένιωθα.

Τότε μου είπε κάτι πολύ απλό, αλλά για μένα εκείνη τη στιγμή ήταν πολύ σημαντικό:

— Ο Κύριος δεν μας αγαπά επειδή είμαστε δυνατοί και επειδή τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. Μας αγαπά και όταν είμαστε αδύναμοι.

Και μου θύμισε τα λόγια που αποδίδονται στον Άγιο Αμβρόσιο της Όπτινα:

«Πέφτοντας και σηκωνόμενοι, μαθαίνουμε να βαδίζουμε στην πνευματική ζωή. Το σημαντικό είναι να μη μείνουμε πεσμένοι».

Δεν ήταν κάποια περίπλοκη θεολογική σκέψη. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να άνοιξε λίγο ο αέρας γύρω μου.

Κατάλαβα ότι όλο αυτό το διάστημα δεν αγωνιζόμουν μόνο εναντίον μιας συνήθειας. Πολεμούσα και εναντίον του ίδιου μου του εαυτού. Κάθε φορά που έπεφτα, αντί να σηκώνομαι, με τιμωρούσα μέσα μου. Αντί να επιστρέφω στον Θεό, κρυβόμουν από Εκείνον.

Και ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη πλευρά του αγώνα μου.

Γιατί η πτώση από μόνη της δεν είναι το τέλος. Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν, μετά την πτώση, πιστεύουμε ότι δεν αξίζει πια να σηκωθούμε.

Πέρασαν περισσότερα από δύο χρόνια από εκείνη τη συζήτηση. Οι σειρές εξακολουθούν κάποιες φορές να με παρασύρουν μέχρι αργά τη νύχτα. Όμως αυτό συμβαίνει πολύ πιο σπάνια. Και, ακόμη περισσότερο, έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζω αυτές τις στιγμές.

Όταν καταλαβαίνω ότι αρχίζω πάλι να βυθίζομαι, προσπαθώ να σταματήσω εγκαίρως, να προσευχηθώ και, όταν χρειάζεται, να πάω στην εξομολόγηση. Όχι για να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Όχι για να αποδείξω ότι είμαι αποτυχημένη. Αλλά για να πω στον Θεό την αλήθεια όπως είναι.

«Κύριε, πάλι έπεσα. Βοήθησέ με».

Ίσως η πνευματική ζωή να αρχίζει πολλές φορές ακριβώς από αυτή την απλή ειλικρίνεια.

Δεν χρειάζεται να παρουσιαζόμαστε μπροστά στον Θεό ως άνθρωποι που τα έχουν όλα τακτοποιημένα. Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε μέχρι να γίνουμε «αρκετά καλοί» για να Τον πλησιάσουμε.

Ο Θεός γνωρίζει ήδη την αδυναμία μας.

Γνωρίζει τις πτώσεις μας, τους φόβους μας, τις κρυφές μας συνήθειες, ακόμη και εκείνα που ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε στον ίδιο μας τον εαυτό. Κι όμως, δεν παύει να μας καλεί κοντά Του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμαρτία ή ένα πάθος δεν έχει σημασία. Ούτε ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με ό,τι μας σκλαβώνει. Ο αγώνας χρειάζεται. Χρειάζεται μετάνοια, προσευχή, εγρήγορση, εξομολόγηση και, όπου χρειάζεται, βοήθεια από ανθρώπους που εμπιστευόμαστε.

Αλλά άλλο η μετάνοια και άλλο η αυτοκαταδίκη.

Η μετάνοια μας στρέφει προς τον Θεό. Η αυτοκαταδίκη μας κάνει να κρυβόμαστε από Εκείνον.

Και αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική αλλαγή που συνέβη μέσα μου: δεν κρύβομαι πια από τον Θεό όταν είμαι αδύναμη.

Παράξενο, αλλά όσο λιγότερο τιμωρώ τον εαυτό μου για κάθε πτώση, τόσο πιο εύκολο γίνεται να σηκωθώ. Όσο λιγότερο με οδηγεί ο φόβος και η ντροπή, τόσο περισσότερο μπορώ να αγωνιστώ με ελπίδα.

Γιατί η δύναμη δεν γεννιέται πάντα από τον φόβο.

Μερικές φορές γεννιέται από την αγάπη.

Και ίσως αυτό να σημαίνει, τελικά, το να μη μένουμε πεσμένοι: όχι να μην πέσουμε ποτέ, αλλά να θυμόμαστε προς τα Πού πρέπει να σηκώσουμε το βλέμμα μας.

Προς Εκείνον που δεν έπαψε να μας αγαπά ούτε τη στιγμή που εμείς πάψαμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.