Συντάκτης
Γιανα Αρτυουσίνα
Κορυφαία άρθρα
Ο ελεύθερος άνθρωπος
Γιανα Αρτυουσίνα

Σε ολόκληρη την ιστορία του, ο άνθρωπος αγωνίστηκε για την ελευθερία και την ισότητα. Αντιστάθηκε στη δουλεία, διεκδίκησε δικαιώματα, επαναστάτησε απέναντι στην αυθαιρεσία και προσπάθησε να οικοδομήσει κοινωνίες στις οποίες η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα προστατεύεται.

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1948, αποτυπώνει αυτή τη μακρά πορεία. Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, ελευθερία έκφρασης, ειρηνικής συνάθροισης και συνεταιρισμού, δικαίωμα στην εργασία, στη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή και στην επιστημονική πρόοδο — δικαιώματα που αποτελούν θεμέλια μιας ελεύθερης κοινωνίας.

Κι όμως, υπάρχει ένα ερώτημα που ίσως βρίσκεται βαθύτερα από όλα αυτά: μπορεί ένας άνθρωπος να είναι εξωτερικά ελεύθερος και ταυτόχρονα εσωτερικά σκλάβος;

Για χρόνια, η ελευθερία μπορεί να ιδωθεί κυρίως μέσα από το πρίσμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και πράγματι, η προστασία της ανθρώπινης ελευθερίας απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία, στη βία και στην καταπίεση είναι θεμελιώδης. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση της ελευθερίας, λιγότερο ορατή και ίσως δυσκολότερη: η ελευθερία από όσα κατοικούν μέσα μας.

Ένα χωρίο του Αποστόλου Παύλου φωτίζει αυτή την ιδέα με έναν ιδιαίτερο τρόπο:

«Έμαθα να είμαι αυτάρκης σε όποιες περιστάσεις κι αν βρίσκομαι. Ξέρω να ζω με στέρηση, ξέρω να ζω και με αφθονία […] Όλα τα μπορώ χάρη στον Χριστό που με δυναμώνει».

Εδώ η ελευθερία αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξωτερικές συνθήκες. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει πολλά και να αισθάνεται φτωχός. Μπορεί να έχει λίγα και να παραμένει εσωτερικά πλήρης. Μπορεί να έχει δικαιώματα και, παρ’ όλα αυτά, να κυβερνάται από τον φόβο, τον φθόνο ή την ανάγκη της επιβεβαίωσης.

Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη μορφή δουλείας: εκείνη που δεν φαίνεται.

Τι μας κάνει πραγματικά ανελεύθερους; Δεν είναι μόνο τα δεσμά που επιβάλλει κάποιος άλλος. Είναι και η ζήλια που μας κατατρώει όταν κοιτάζουμε τη ζωή του διπλανού μας. Είναι ο θυμός που δεν μπορούμε να αφήσουμε πίσω. Είναι η προσβολή που αναπαράγουμε μέσα μας ξανά και ξανά. Είναι η ανάγκη να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο. Είναι, πάνω απ’ όλα, η υπερηφάνεια — η πεποίθηση ότι το κέντρο του κόσμου πρέπει πάντοτε να είμαστε εμείς.

Και εδώ η χριστιανική αντίληψη για την ελευθερία γίνεται ιδιαίτερα απαιτητική.

Μας καλεί να κοιτάξουμε όχι πρώτα τον άλλον, αλλά τον εαυτό μας. Να μην αναζητούμε συνεχώς ενόχους, αλλά να εξετάζουμε τι συμβαίνει μέσα στην καρδιά μας. Να συγχωρούμε εκείνον που μας πλήγωσε. Να μη φθονούμε αυτό που έχει ο άλλος, αλλά να μπορούμε να χαιρόμαστε με τη χαρά του. Να μοιραζόμαστε αυτό που έχουμε αντί να μετράμε διαρκώς τι μας λείπει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξωτερική ελευθερία είναι ασήμαντη. Κάθε άλλο. Χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και χωρίς ελευθερία συνείδησης και έκφρασης, η κοινωνία κινδυνεύει να επιστρέψει σε μορφές καταπίεσης που η ανθρωπότητα πλήρωσε ακριβά.

Αλλά ίσως η εξωτερική ελευθερία και η εσωτερική ελευθερία χρειάζεται να συναντηθούν.

Διότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ελευθερία κινήσεων και να είναι αιχμάλωτος του φόβου του. Μπορεί να μπορεί να μιλήσει και να μην τολμά. Μπορεί να έχει πλούτο και να φοβάται διαρκώς μήπως τον χάσει. Μπορεί να έχει εξουσία και να παραμένει δέσμιος της ανάγκης να εξουσιάζει. Μπορεί ακόμη και να έχει τη δυνατότητα να φύγει από έναν τόπο, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό.

Η πνευματική ελευθερία, όπως την παρουσιάζει η χριστιανική παράδοση, αρχίζει ακριβώς από εκεί: από την απελευθέρωση του ανθρώπου από το εσωτερικό του «εγώ».

Δεν είναι εύκολος δρόμος. Δεν κατακτάται με μια διακήρυξη ούτε κατοχυρώνεται με έναν νόμο. Είναι καθημερινή άσκηση. Να επιλέγεις τη συγχώρεση αντί της εκδίκησης. Την ευγνωμοσύνη αντί της διαρκούς σύγκρισης. Την αγάπη αντί της καχυποψίας. Την ταπεινότητα αντί της υπερηφάνειας.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο παράδοξη πλευρά της ελευθερίας: ότι για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά που δεν φαίνονται, χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν.

Και ίσως ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ελεύθερος όχι όταν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αλλά όταν δεν είναι πλέον δούλος όσων τον απομακρύνουν από το καλό.

Τότε η ελευθερία παύει να είναι μόνο ένα κοινωνικό ή πολιτικό αίτημα και γίνεται τρόπος ύπαρξης. Μια εσωτερική ειρήνη που δεν εξαρτάται ολοκληρωτικά από το αν η ζωή μάς προσφέρει αφθονία ή στέρηση.

Για τον άνθρωπο της πίστης, η πηγή αυτής της ελευθερίας είναι ο Θεός. Και η μεγάλη υπόσχεση του Ευαγγελίου είναι ακριβώς αυτή: ότι ο άνθρωπος μπορεί να πάψει να είναι αιχμάλωτος του φόβου, του εγωισμού και της αμαρτίας και να βρει μια ελευθερία βαθύτερη από εκείνη που μπορούν να του προσφέρουν οι εξωτερικές συνθήκες.

Ίσως, λοιπόν, πριν ρωτήσουμε αν είμαστε ελεύθεροι, αξίζει να αναρωτηθούμε κάτι πιο δύσκολο:

Από τι είμαστε ακόμη σκλάβοι;