Η Εσθονία επικυρώνει τον αμφιλεγόμενο νόμο για τις Εκκλησίες – Αντιδράσεις από την Ορθόδοξη Εκκλησία της χώρας

Τέλος σε μια πολύμηνη θεσμική αντιπαράθεση μεταξύ του Προέδρου της Εσθονίας και των κρατικών αρχών έθεσε η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας να κρίνει συνταγματικές τις τροποποιήσεις του Νόμου περί Εκκλησιών και Ενοριών. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο Πρόεδρος της Εσθονίας, Alar Karis, υπέγραψε το νομοθέτημα, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στη διαμάχη μεταξύ του κράτους και της Εσθονικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα του Προέδρου, ο οποίος είχε αρνηθεί δύο φορές να υπογράψει τον νόμο, εκφράζοντας ανησυχίες ότι οι νέες διατάξεις ενδέχεται να περιορίζουν δυσανάλογα τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, δικαιώματα που προστατεύονται από το εσθονικό Σύνταγμα.

Η πλειοψηφία των δικαστών έκρινε ότι ο νόμος δεν παραβιάζει αφ’ εαυτού τα θεμελιώδη δικαιώματα πολιτών και θρησκευτικών οργανώσεων. Ωστόσο, η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη. Έξι από τους δεκαεπτά δικαστές διατύπωσαν μειοψηφούσα γνώμη, επισημαίνοντας ελλείψεις ως προς τη νομική σαφήνεια του νομοθετήματος και τον κίνδυνο αυθαίρετης εφαρμογής του.

Λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της δικαστικής απόφασης, η Προεδρία ανακοίνωσε ότι ο κ. Karis υπέγραψε τον νόμο, επιτρέποντας την έναρξη της εφαρμογής του.

Η Εσθονική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία, η οποία θεωρείται από πολλούς ως ο κύριος αποδέκτης των νέων ρυθμίσεων, υποστήριξε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν επιλύει τα ουσιαστικά νομικά και θεσμικά ζητήματα που έχουν ανακύψει.

Σε ανακοίνωσή της, η Εκκλησία τόνισε ότι το Δικαστήριο εξέτασε τον νόμο μόνο στο πλαίσιο του αφηρημένου συνταγματικού ελέγχου και όχι ως προς την πρακτική εφαρμογή του σε συγκεκριμένες θρησκευτικές κοινότητες.

«Παραμένουν ανοικτά σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις του νόμου στη θρησκευτική ελευθερία και στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι», ανέφερε η Εκκλησία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εφόσον οι διαφωνίες δεν επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη μειοψηφούσα γνώμη των έξι δικαστών, οι οποίοι αναγνώρισαν τον κίνδυνο ενδεχόμενης καταχρηστικής εφαρμογής του νόμου από το κράτος. Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, Villu Kõve, διευκρίνισε ότι η εφαρμογή του νόμου δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικές ή αφηρημένες υποψίες.

Όπως σημείωσε, οι κρατικές αρχές θα πρέπει να αποδείξουν την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου για την ασφάλεια της χώρας εκ μέρους οποιασδήποτε θρησκευτικής οργάνωσης. «Δεν αρκεί να υποστηριχθεί ότι κάθε σχέση με τη Ρωσία είναι αυτομάτως επικίνδυνη. Απαιτείται συγκεκριμένη αξιολόγηση των πραγματικών συνεπειών αυτών των σχέσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Το Υπουργείο Εσωτερικών της Εσθονίας ανακοίνωσε ότι προβλέπεται μεταβατική περίοδος έξι μηνών πριν από την πιθανή εφαρμογή των νέων διατάξεων. Κατά το διάστημα αυτό θα πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις με τις θρησκευτικές οργανώσεις της χώρας.

Ο Υπουργός Εσωτερικών Igor Taro δήλωσε ότι επιθυμεί τη συνέχιση του διαλόγου με την Εσθονική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία, εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση στα επίμαχα ζητήματα. Παράλληλα, επανέλαβε ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί επιθυμητή τη διακοπή των κανονικών δεσμών της Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Μόσχας.

Από την πλευρά της, η Εκκλησία κατηγορεί το κράτος για παρέμβαση στην εσωτερική εκκλησιαστική ζωή. Ο Επίσκοπος Δανιήλ, βοηθός επίσκοπος της Επισκοπής Ταλίνης, υπογράμμισε ότι ζητήματα πίστης και εκκλησιαστικής διοίκησης δεν μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά μέσω νομοθετικών μέτρων.

Η σημερινή εξέλιξη αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο μιας αντιπαράθεσης που διαρκεί περισσότερο από δύο χρόνια. Η κρίση κορυφώθηκε την άνοιξη του 2024, όταν το εσθονικό κοινοβούλιο χαρακτήρισε τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως οργανισμό που στηρίζει τη ρωσική στρατιωτική δράση στην Ουκρανία. Στη συνέχεια οι αρχές ζήτησαν από την τότε Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας να τροποποιήσει το καταστατικό της, να αλλάξει την ονομασία της και να διακόψει τους δεσμούς της με τη Μόσχα.

Οι πιέσεις εντάθηκαν περαιτέρω όταν οι αρχές αρνήθηκαν να ανανεώσουν την άδεια παραμονής του Μητροπολίτη Ευγενίου, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Παράλληλα, εκπρόσωποι της Εκκλησίας έθεσαν το ζήτημα των δικαιωμάτων των πιστών σε διεθνή φόρα, συμπεριλαμβανομένων θεσμών του Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών.

Παρότι η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι ο νέος νόμος δεν προβλέπει αυτόματη διάλυση θρησκευτικών οργανώσεων, η Εσθονική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία εκφράζει φόβους ότι η εφαρμογή του θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω περιορισμούς εις βάρος της μεγαλύτερης ορθόδοξης δικαιοδοσίας της χώρας.

Οι επόμενοι έξι μήνες των διαβουλεύσεων αναμένεται να αποδειχθούν κρίσιμοι για το μέλλον της Ορθοδοξίας στην Εσθονία και για τις σχέσεις μεταξύ κράτους και Εκκλησίας.