«Βοήθησέ με στην απιστία μου»: πίστη, ψυχική υγεία και το θάρρος της σύνθεσης
Άννα Τουμαρκίνα

Σε μια εποχή που μας αρέσει να βάζουμε τα πάντα σε κουτάκια —επιστήμη εδώ, πίστη εκεί— η ανθρώπινη εμπειρία έρχεται πεισματικά να χαλάσει τις τακτοποιήσεις μας. Το κείμενο που διαβάσαμε δεν είναι απλώς μια προσωπική μαρτυρία· είναι μια ήσυχη, αλλά ισχυρή γνώμη για το πώς η ψυχική υγεία, η ιατρική και η πίστη όχι μόνο δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά μπορούν να συνυπάρξουν δημιουργικά.

Η αφηγήτρια περιγράφει μια περίοδο βαθιάς ψυχικής δοκιμασίας μετά τη γέννηση του παιδιού της. Άγχος, κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, φόβοι που μοιάζουν παράλογοι αλλά είναι απολύτως αληθινοί για εκείνον που τους βιώνει. Δεν ωραιοποιεί τίποτα. Δεν «νικά» με ένα θαύμα-αστραπή. Υπάρχει διάγνωση, φαρμακευτική αγωγή, χρόνος, υπομονή. Υπάρχει και κάτι ακόμα: η αναγνώριση ότι η πίστη δεν αντικαθιστά τον γιατρό —ούτε ο γιατρός την πίστη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος του πνευματικού, όχι ως «αντίπαλου δέους» της ψυχιατρικής, αλλά ως γέφυρα προς αυτήν. Η συμβουλή «πήγαινε σε γιατρό» από έναν ιερέα καταρρίπτει ένα βαθιά ριζωμένο στερεότυπο: ότι η Εκκλησία αρνείται ή φοβάται την ψυχική επιστήμη. Αντιθέτως, εδώ βλέπουμε μια υπεύθυνη στάση, που αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Κι όμως, το κείμενο δεν είναι ένα άρθρο υπέρ της φαρμακολογίας ούτε μια αγιογραφία της επιστήμης. Η καθοριστική στιγμή έρχεται αλλού: σε μια φράση, σχεδόν ψιθυριστή — «Θυμήσου, σήμερα κοινώνησες». Δεν λειτουργεί ως μαγικό ξόρκι. Ο φόβος δεν εξαφανίζεται αμέσως. Αλλά κάτι αλλάζει στο εσωτερικό τοπίο: η βεβαιότητα ότι δεν είναι έρμαιο των συμπτωμάτων της, ότι η ζωή της δεν καθορίζεται από τη φάση της σελήνης ή από την επόμενη κρίση.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της γνώμης που προτείνει το κείμενο: η πίστη δεν είναι άρνηση του φόβου, αλλά αντίσταση στην απόλυτη εξουσία του. Η προσευχή «Πιστεύω, Κύριε· βοήθησέ με στην απιστία μου» δεν είναι δήλωση σιγουριάς, αλλά ειλικρίνειας. Παραδοχή αδυναμίας. Και ίσως γι’ αυτό τόσο δυνατή.

Σε μια κοινωνία που ακόμα δυσκολεύεται να μιλήσει ανοιχτά για την ψυχική υγεία —και ακόμα περισσότερο να τη συνδέσει με την πνευματικότητα χωρίς ενοχές ή προκαταλήψεις— τέτοιες μαρτυρίες είναι πολύτιμες. Μας θυμίζουν ότι ο άνθρωπος δεν θεραπεύεται μόνο με μόρια και συνταγές, ούτε μόνο με προσευχές. Θεραπεύεται όταν νιώθει ότι δεν είναι μόνος: ούτε μπροστά στον γιατρό, ούτε μπροστά στον Θεό.

Ίσως, τελικά, η πιο ώριμη πίστη να μην είναι αυτή που «δεν αμφιβάλλει ποτέ», αλλά εκείνη που, μέσα στην αγωνία, τολμά να πει: «Πιστεύω — αλλά βοήθησέ με, γιατί φοβάμαι». Και αυτό, περισσότερο από κάθε βεβαιότητα, μοιάζει αληθινά ανθρώπινο.