Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στην ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας στο επίκεντρο εκδήλωσης στο Ευρωκοινοβούλιο

Επετειακές εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση ενός έτους από την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου πραγματοποιήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με επίκεντρο τη συμβολή του στην ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της χώρας μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Κεντρικός ομιλητής ήταν ο διάδοχός του, Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Ιωάννης.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Εκκλησίας της Αλβανίας, ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης υπενθύμισε ότι το 1967 η Αλβανία έγινε το πρώτο κράτος παγκοσμίως που αυτοχαρακτηρίστηκε επισήμως ως αθεϊστικό, γεγονός που οδήγησε στην απαγόρευση κάθε θρησκευτικής δραστηριότητας, στην καταστροφή ή το κλείσιμο των ναών και στις διώξεις του κλήρου. Όπως ανέφερε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ουσιαστικά εκλείψει από τη δημόσια ζωή της χώρας.

Μετά την αποκατάσταση της θρησκευτικής ελευθερίας το 1991, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος εστάλη στην Αλβανία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με αποστολή την αναβίωση της εκκλησιαστικής ζωής. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, όπως τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, ανεγέρθηκαν περίπου 150 νέοι ορθόδοξοι ναοί, αποκαταστάθηκαν δεκάδες ιστορικές εκκλησίες και μοναστήρια, ενώ δημιουργήθηκαν δομές θεολογικής εκπαίδευσης και κοινωνικής προσφοράς.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον διαθρησκειακό διάλογο. Η Αλβανία παραμένει χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα, ωστόσο οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης υπογράμμισε ότι το αλβανικό μοντέλο ειρηνικής συνύπαρξης των θρησκευτικών κοινοτήτων μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θυμίζοντας τη ρήση του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου πως «η πίστη δεν πρέπει να γίνεται πηγή συγκρούσεων, αλλά να θεραπεύει τις πληγές της κοινωνίας».

Στο πλαίσιο της επίσκεψής του στις Βρυξέλλες, ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Αλβανίας είχε επίσης συναντήσεις με εκπροσώπους των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις επαφές αυτές συζητήθηκαν ζητήματα που αφορούν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, την προστασία των δικαιωμάτων των θρησκευτικών κοινοτήτων, καθώς και εκκρεμή θέματα, όπως η επιστροφή της εκκλησιαστικής περιουσίας.