Κάλεσμα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων προς τον Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό να παρουσιαστεί ενώπιον της Συνόδου

Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄ απέστειλε επίσηλη επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο Σινά, Φαράν και Ραΐθ Δαμιανό, προσκαλώντας τον να παραστεί στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τη σύγκρουση που έχει προκύψει στο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά.

Στην επιστολή του, ο Πατριάρχης εκφράζει «βαθιά θλίψη» για τα γεγονότα που, όπως αναφέρει, «λυπούν και σκανδαλίζουν την Εκκλησία». Επισημαίνει ότι οι ενέργειες του Αρχιεπισκόπου έχουν προκαλέσει αναστάτωση τόσο στους μοναχούς του μοναστηριού όσο και στο ευρύτερο εκκλησιαστικό κοινό.

Ο Θεόφιλος Γ΄ κάλεσε τον Δαμιανό να φτάσει στην Ιερουσαλήμ στις 8 Σεπτεμβρίου (κατά το νέο ημερολόγιο) για να δώσει αναφορά ενώπιον της έκτακτης συνεδρίασης της Συνόδου. Ταυτόχρονα, ο Πατριάρχης ζήτησε να ανοίξουν οι πύλες της μονής και να επιστραφούν οι μοναχοί που είχαν εκδιωχθεί κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης είναι μία από τις αρχαιότερες χριστιανικές μονές και βρίσκεται υπό την κανονική εποπτεία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Τους τελευταίους μήνες, έχει ξεσπάσει οξύς συγκρουσιακός καβγάς μεταξύ της αδελφότητας και του Αρχιεπισκόπου Δαμιανού. Οι μοναχοί τον κατηγορούν για παραβίαση του καταστατικού, καταχρήσεις και επιθυμία διατήρησης ελέγχου επί των μοναστηριακών γαιών και ακινήτων στην Ελλάδα.

Η σύγκρουση στο μοναστήρι ξεκίνησε πριν από μερικούς μήνες με απόφαση αιγυπτιακού δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι εκτάσεις γύρω από το μοναστήρι αναγνωρίστηκαν ως κρατική περιουσία. Μετά από αυτό, το ελληνικό κοινοβούλιο αναγνώρισε το Σινά ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, γεγονός που ενίσχυσε τον έλεγχο του ηγούμενου επί των περιουσιακών στοιχείων της μονής — περιλαμβάνει υποκαταστήματα και ακίνητα στην Ελλάδα που αποφέρουν έσοδα. Αυτό οδήγησε σε σύγκρουση μεταξύ του ηγούμενου και μέρους της αδελφότητας, καθώς ορισμένοι είδαν στις ενέργειες του Αρχιεπισκόπου απειλή για το μοναστηριακό καταστατικό και την πραγματική διοίκηση της μονής, προκαλώντας ανοιχτή αντίθεση.

Όπως αναφέρει η εφημερίδα Kathimerini, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τη μεσολάβηση των ελληνικών αρχών στα τέλη Αυγούστου δεν είχε επιτυχία: οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν περισσότερες από 24 ώρες και κατέληξαν χωρίς αποτέλεσμα. Η περαιτέρω τύχη του μοναστηριού εξαρτάται από τις αποφάσεις του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και τη συνεργασία με τις ελληνικές και αιγυπτιακές αρχές. Ως αποτέλεσμα όλων των τελευταίων γεγονότων, το μοναστήρι παρέμεινε κλειστό για προσκυνητές και τουρίστες, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια στις αιγυπτιακές αρχές, για τις οποίες η μονή παραμένει σημαντικό πολιτιστικό και τουριστικό σημείο.

Η κρίση στο Σινά έχει προκαλέσει αντιδράσεις και σε άλλες τοπικές εκκλησίες. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επιβεβαίωσε την αναγνώριση του Δαμιανού ως νόμιμου Αρχιεπισκόπου και ηγούμενου της μονής και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου στην ομιλία του κάλεσε την αδελφότητα να συνεργαστεί και να ενωθεί. Ταυτόχρονα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, κάτω από το ομοφόριο του οποίου βρίσκεται Ιστορικά το μοναστήρι, πήρε την αντίθετη θέση: υποστήριξε τους εκδιωγμένους μοναχούς και ζήτησε την αποκατάσταση της τάξης στο μοναστήρι.